Ὀδυσσεύς {ὁ} υἱὸς τοῦ Λαέρτου καὶ τῆς Ἀντικλείας, βασιλεὺς τῆς Ἰθάκης (Ιλ.). Φέρεται καὶ διὰ τοῦ λ: Όλυσ(σ)εύς, Ὀλυτ(τ)εύς, Ὀλισεύς, κ.λ. (ἀγγ.- ἐπιγρ.), Οὐλιξεύς (Ήρωδιαν. Γρ.), Λατινιστί Ulixēs. Ὁ διὰ τοῦ -δ- τύπος κυροῦται μόνον ἐκ τῆς ἐπικῆς παραδόσεως. Αἱ διάφοροι μορφαὶ εἶνε τυπικά δείγματα τοῦ προελληνικοῦ ὑποστρώματος.
Pre-Greek: Phonology, Morphology, Lexicon by Robert Beekes (Brill, 2014).
Post #9132
867

- 🔥 8
- ❤ 5