А также:
αβαντάζ (γαλλ. avantage) = πλεονέκτημα.
ακουαρέλα (ιταλ. acquarella) = ὑδατογραφία.
αλερετούρ (γαλλ. aller-retour) = εἰσιτήριο μετ' ἐπιστροφῆς.
αμανές (τουρκ. emané) = ἀνατολικόν ᾆσμα
αμόρε (ιταλ. amore) = ἀγάπη, ἔρως.
αποστεριόρι (λατιν. a posteriori) = ἐκ τῶν ὑστέρων.
απριόρι (λατιν. a priori) = ἐκ τῶν προτέρων.
ασορτί (γαλλ. assorti) = ὁμοιόμορφα, ὁμοιόχρωμα.
γκάλοπ (αμερικ. gallup) = δημοσκόπησις.
γκλάμουρ (αγγλ. glamour) = λαμπρότης, αἴγλη, θέλγητρον.
εμιγκρέ (γαλλ. émigré) = μετανάστης.
ίντερβιου (αγγλ., interview) = συνέντευξις.
κάμπινγκ (αγγλ. camping) = κατασκήνωσις.
καρνέ (γαλλ. carnet) = σημειωματάριον.
καρτέλ (γαλλ. cartel) = σύμπραξις επιχειρηματιών.
κολεξιόν (γαλλ. collection) = συλλογή.
λάινσμαν (αγγλ. linesman) = ἐπόπτης γραμμῶν ποδοσφαιρικοῦ γηπέδου.
λοκάουτ (αγγλ. lockout) = ἀνταπεργία.
μάξιμουμ (λατιν. maximum) = τὸ μέγιστον ἢ τὸ ἀνώτατον ὅριον
μενού (γαλλ. menu) = κατάλογος φαγητών, ἐδεσματολόγιον.
μίτινγκ (αγγλ. meeting) = συνάντησις, συνάθροισις.
οκαζιόν (γαλλ. occasion) = εὐκαιρία.
ονόρε (ιταλ. onore < λατιν. honor) = τιμή, δόξα.
πεντικιούρ (γαλλ. pédicure) = περιποίησις τῶν ποδιῶν.
περεστρόικα (ρωσ. perestroika) = ἀναδόμησις.
πογκρόμ (ρωσ. pogrom) = ἐξοντωτικὸς διωγμός.
ράλι (αγγλ. rally) = αὐτοκινητιστικοὶ ἀγῶνες.
ρετιρέ (γαλλ. retiré) = ὁ τελευταῖος ὄροφος πολυκατοικίας.
σπίκερ (αγγλ. speaker) = ὁμιλητής, ἐκφωνητής.
τατουάζ (γαλλ. tatouage) = δερματοστιξία.
parking = στάθμευσις.
Post #8836
736
- ❤ 7
- 🔥 6